Ιερή ψαλμωδία

Χορός

Στην ορθόδοξη λατρεία η ψαλμωδία δεν είναι απλή προσθήκη, αλλά αναγκαίο μέρος της θείας θεουργίας. Ιδίως στον μοναχισμό υπηρετεί επίσης ως πνευματική άσκηση. Η ορθόδοξη χριστιανοσύνη διαθέτει πλούσιο θησαυρό διαφορετικών ψαλτικών παραδόσεων, οι οποίες αναπτύχθηκαν σύμφωνα με τις ιδιαιτερότητες των αντίστοιχων γλωσσών και λαών.

Η αρχική χριστιανική εκκλησιαστική ψαλμωδία ονομάζεται «χοράλ». Γεννιέται από τον λόγο που υψώνεται στην προσευχή και φέρεται από το Πνεύμα. Στη Δυτική Ευρώπη είναι γνωστή κυρίως η λατινική εκκλησιαστική ψαλμωδία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, το γρηγοριανό χοράλ. Εξίσου αρχαία και σεβάσμια χοραλική παράδοση είναι το βυζαντινό χοράλ, που εκκινεί από την ελληνική γλώσσα και καλλιεργείται στην Ελληνική Εκκλησία. Σε αυτό ανάγονται οι περισσότερες ψαλτικές παραδόσεις των ορθόδοξων λαών. Υπάρχουν όμως και εντελώς ανεξάρτητες εξελίξεις, όπως π.χ. η πανάρχαια τρίφωνη ψαλμωδία της Γεωργιανής Ορθόδοξης Εκκλησίας ή η - και πάλι εντελώς διαφορετική - νεότερη πολυφωνία στη Ρωσική Εκκλησία (Ραχμάνινοφ, Τσαϊκόφσκι, Μπορτνιάνσκι). Η αρχαιότερη μορφή της ρωσικής εκκλησιαστικής ψαλμωδίας είναι το παλαιοσλαβικό χοράλ, επηρεασμένο από το Βυζάντιο και τη Βουλγαρία, το οποίο ονομάζεται και «νευματική ψαλμωδία». Η Ρουμανία διαθέτει διάφορες μορφές ψαλμωδίας παράλληλα· εκεί συναντώνται πολλές επιρροές, από το ελληνοβυζαντινό χοράλ μέσω της ρωσικής πολυφωνίας έως λαϊκές διαμορφώσεις στην Τρανσυλβανία. Η αντίστοιχη ψαλτική παράδοση για την ορθόδοξη λατρεία στη γερμανική γλώσσα είναι το Γερμανικό Χοράλ, όπως καλλιεργείται στη Μονή της Αγίας Τριάδος.

Βιβλίο ψαλμωδίας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 δημιουργήθηκαν στο Άγιον Όρος τα πρώτα χειρόγραφα για την γερμανική ορθόδοξη ακολουθία των ωρών σε ιδιαίτερη νευματική γραφή κατά μεσαιωνικά πρότυπα. Η σημειογραφία αυτή αναπτύχθηκε περαιτέρω τα επόμενα χρόνια. Το 1985 δημιουργήθηκε το πρώτο πλήρες χειρόγραφο της Θείας Λειτουργίας του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στο Γερμανικό Χοράλ. Ακολούθησε, επίσης το 1985, η πρώτη έντυπη έκδοση, που σήμερα έχει εξαντληθεί, το «Χορωδιακό βιβλίο για τη Θεία Λειτουργία».

Σήμερα υπάρχει ένα εκτενές σώμα με το ορδινάριο και τους ύμνους των μεγάλων εορτών, καθώς και πρότυπα για τη στιχολογία και την ψαλμωδία των ψαλμών. Δεν είναι μικρής σημασίας η τέχνη του αυτοσχεδιασμού, η οποία εφαρμόζεται κυρίως στην ψαλμωδία του προπρίου. Το γερμανικό ή ελληνικό κείμενο που απαγγέλλεται από τον κανονάρχη μετατρέπεται τότε «ex tempore» σε ψαλμωδία, ενώ οι ψάλτες πρέπει να προσέχουν με τη μέγιστη ακρίβεια τον εκάστοτε προκαθορισμένο εκκλησιαστικό ήχο, καθώς και τον μουσικό συμβολισμό των διαστημάτων και των μουσικών χειρονομιών (νευμάτων).

Οι μοναχοί ψάλλουν το Γερμανικό Χοράλ σε φυσικά ηχούσα λεπτή τονικότητα, με την οποία αποκτά μια εντελώς δική του καθαρότητα και δύναμη. Γι’ αυτό υπάρχει ένα εγχειρίδιο: Der Weg zum naturtönigen Kultgesang, καθώς και δύο CD τεκμηρίωσης, στα οποία ακούγονται ψαλμωδία ψαλμών, δεήσεις, συλλαβική και μελισματική μονωδία, καθώς και πολυφωνικοί ύμνοι και στους 8 εκκλησιαστικούς ήχους (βλ. στο ☞ Verlag).